Λυρισμός. Όχι ως όρος, αλλά ως εμπειρία.



Τι είναι άραγε ο λυρισμός, πέρα από τα εγκυκλοπαιδικά; Όχι ως όρος, αλλά ως εμπειρία.

Λυρισμός είναι όταν το βαθιά υποκειμενικό εκφέρεται με τέτοια ακρίβεια, ώστε παύει να ανήκει σε έναν και γίνεται υπόθεση όλων. Είναι όταν μια καρδιά χτυπά και ο ήχος της διασχίζει τον αέρα και βρίσκει μια δεύτερη καρδιά να συγχρονιστεί. Είναι όταν το «εγώ» γίνεται «εμείς», όταν ο προσωπικός παλμός γίνεται ο παλμός του κόσμου.
Κάθε αόρατη ερωτευμένη γυναίκα είναι πάντα μια Λαίδη Σαλότ, βρίσκεται σ’ έναν πύργο, κοιτάζει μέσα από καθρέφτες, υφαίνει και ζει από αντακλάσεις.
Κι εκείνος που περνά και δεν τη βλέπει είναι πάντοτε ένας Λανσελότ, όχι επειδή είναι αδιάφορος, αλλά επειδή εκείνη είναι μεγεμένη και καταραμένη να μη την βλέπει.
Ο Τέννυσον δεν έγραψε απλώς μια ιστορία. Άφησε μια πληγή ανοιχτή μέσα στον χρόνο, ώστε κάθε ανεκπλήρωτος έρωτας να μπορεί να μπει και να κατοικήσει εκεί.

Αν χορέψω τον κύκνο και ο θεατής ξεχάσει πως είμαι άνθρωπος, αν δει φτερά εκεί που υπάρχουν χέρια, αν πιστέψει στο νερό που δεν υπάρχει, αν νιώσει τον θάνατό μου, τότε ο λυρισμός έχει ήδη συμβεί.
Αν ο πόνος μου γίνει το δάκρυ σου, αν το γέλιο μου φωτίσει το πρόσωπό σου, τότε έγινε λυρισμός.
Ο λυρικός δεν προστατεύεται, δεν μικραίνει το πάθος για να γίνει ανεκτός. Στέκεται εκτεθειμένος, με την καρδιά έξω από το δέρμα. Κι αν κάποιος αναγνωρίσει τον εαυτό του σ' αυτή την έκθεση, τότε γεννήθηκε τέχνη.
Ίσως γι’ αυτό ο λυρισμός είναι μια από τις αρχαιότερες λέξεις της τέχνης.
Ίσως, τελικά, να μην είναι απλώς μια μορφή της.
Ίσως να είναι η τέχνη η ίδια.


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια