Τρία μανταρίνια



«Σασίτα, φέρε μου σε παρακαλώ το...»

«Δεν είμαι η υπηρέτριά σου, κύριε.»

Η αδερφή της την κοίταξε σοκαρισμένη κι εκείνος χλώμιασε.
Ένιωσε την προσβολή να κατεβαίνει αργά μέσα του, από τ' αυτί του ως τον νωτιαίο μυελό και να καταλαμβάνει όλο του το σώμα. Τα δάκρυα κυλούσαν μέσα στα οστά του σαν ζεστό νερό. 

Λούστηκε στο δάκρυ από μέσα και απομακρύνθηκε αργά.
«Θα πέσω», ένιωθε.

Στον δρόμο έβγαλε ένα μανταρίνι από την τσέπη του και το άφησε να πέσει στο χιόνι. 
Το χρυσό φρούτο βούλιαξε μέσα στο λευκό σαν σε βαμβάκι.
Άφησε κι άλλο ένα.
Το τρίτο το ακούμπησε πάνω στο χιονισμένο σκουφάκι μιας μεγάλης πέτρας.

«Τέρμα τα μανταρίνια», σκέφτηκε.

Όταν έφτασε σπίτι, άναψε φωτιά. Έβαλε λίγα ξύλα κάτω και πολλά κάρβουνα από πάνω.
Τα ξύλα έσκαγαν με θόρυβο.. κι εκείνος τα κοίταζε και σκεφτόταν «εσείς είστε φασαριόζικα. Προσφέρετε μόνο φωτοβολίδες. Τα κάρβουνα, αντίθετα, σωπαίνουν και καίνε μέσα τους πολύ ώρα.»

Έφτιαξε τσάι, άναψε πούρο, ακούμπησε το κεφάλι στον τοίχο και άφησε τα δάκρυά του να τρέξουν.

Την επόμενη μέρα η αδερφή της, η Νανίτα, του είπε:
«Μη της δίνεις σημασία Πέτερ. Δεν υπάρχει ελπίδα. 
«Αν δεν είμαι τώρα ανελέητη, τότε πότε; Όταν πέσω από τον θρόνο μου;»... τέτοια χαζά μου λέει. 

Εκείνος όμως δεν την άκουγε πια.
Σκεφτόταν τη βασίλισσά του, τη Σασίτα. Μια βασίλισσα της ζωής.
Τη φαντάστηκε σαν τον Καίσαρα Βοργία, με μακριά μωβ ρόμπα, να περπατά πάνω σε γυμνές αντρικές ψυχές.

Έβγαλε τρία μανταρίνια από την τσέπη του και τα έδωσε στη Νανίτα.
«Δώστε της τα.», είπε.

Η Νανίτα τρόμαξε.
«Θέλεις στ' αλήθεια να της τα δώσω; Μα θα γίνει ακόμη κακομαθημένη!»

«Δώστε της τα.»

Την επόμενη μέρα έλαβε ένα λευκό πακέτο.
Μέσα σε μεταξωτό χαρτί ήταν τυλιγμένες οι φλούδες των μανταρινιών.
«Βασιλική υπεροψία.»

Δεν τη χαιρετούσε πια.... και πέρασαν χρόνια πολλά.

Μια μέρα τη συνάντησε σε ένα μαγαζί όπου εργαζόταν.
Ήταν κουλουριασμένη σε μια καρέκλα, χλωμή, μ’ ένα γράμμα στο χέρι. 
Τα μεταξένια μαλλιά της πλαισίωναν το κεφάλι της -σβησμένο φωτοστέφανο.
Έτρεμε ελαφρά.

«Regina Tristessa… Σήκω επάνω!», φώναξε μέσα του. 
Και έφυγε. 

Την ίδια μέρα της έστειλε τρία μανταρίνια.

Τρεις μέρες αργότερα ήρθε ένα γράμμα:

«Σε ευχαριστώ.»

Εκείνος πάγωσε.

«Ω… Η Σασίτα δεν είναι πια η βασίλισσά του. Γκρεμίστηκε ο θρόνος της και έγινε ζητιάνα.»

Φου.
Εξατμίστηκε η μαγεία.

Τότε της έγραψε ένα τελευταίο γράμμα.
«Σασίτα, Σασιτούλα, μικρή χαζούλα...

- Ένας Βασιλιάς -»
Άνα Ζουμάνη Έλντεν 
Ana Zumani Elden

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια