
Αχ, θαλάσσιε αφρέ πάνω στους ξύλινους σωρούς.
Αχ, μικρή λίμνη της μοναξιάς.
Αχ, ξέφωτα με τις λεπτές πρασινάδες και τα λασπόνερα.
Εδώ έρχονται τα ελάφια να ξεδιψάσουν το βράδυ -
Βατομουριές με τα μαύρα σκαθάρια του βουνού,
δίπλα σε ρυάκια που γλιστρούν βιαστικά πάνω στις πέτρες.
Και οι βατομουριές τρέφουν ολόκληρους μικρόκοσμους -
Λευκά πανιά σε χρωματιστές βάρκες.
Τα κορίτσια έχουν χρώμα ambré.
Ποιος θα κερδίσει τη ρεγκάτα;
«Ανούλα, δώσε μου το χέρι σου- η πλαγιά είναι απότομη...»
Μεσημέρια με δέκα χιλιάδες τόνους ηλιακής κάψας,
όσο το βάρος ενός πολεμικού πλοίου.
Πρωινά με αγέρι από τα βουνά.
Απογεύματα με βύσσινα και φραγκοστάφυλα.
Νύχτες στα παγωμένα χιόνια -
Νύχτα.
Ακούς τους κύκνους να ανοιγοκλείνουν τα ράμφη τους;
Ιρρράαααααα
Πάλι.
Και πάλι.
Ύστερα τίποτε.
Εννέα το βράδυ.
Κι εμείς περπατάμε στην οδό Τάτα
σαν να έχουμε απορριφθεί.
Όπως τα μαγαζιά δεξιά κι αριστερά,
που ψυχορραγούν και κλείνουν το ένα μετά το άλλο.
Μανταρίνια και πατατοσαλάτες.
Κρεμμύδια και γαρύφαλλα.
Πίσσα και καυσαέριο -
Μηχανές με τη φιλοδοξία μιας πυγολαμπίδας.
Φωτισμένη αθλιότητα.
Ένα εργοστάσιο πνιγμένο στον εαυτό του.
Αφήστε μας στο σκοτάδι, παρακαλώ.
Στις σιωπηλές σκιές.
Αλλά οι πυγολαμπίδες φωνάζουν:
«Δείτε!»
Τα προδίδουν όλα με το λευκό τους φως.
-Άνα Ζουμάνη Έλντεν




.jpg
)




0 Σχόλια