Στην ακτή του χωριού μου, στις έξι το πρωί, βρίσκεις μικρά μπουκέτα από σκληρά χόρτα που τα έχει ξεβράσει ο βυθός της θάλασσας.
Βρίσκεις επίσης μικρά κοχύλια σε όλα τα απαλά χρώματα: από γκρι ως μαύρο, από καφετί ως λιλά, από κίτρινο ως πορτοκαλί.
Φαίνεται πως οι Ιάπωνες από αυτά τα κοχύλια δανείζονται τα μυστηριώδη τους χρώματα.
Τα μεγάλα, ακριβά κοχύλια έρχονται από τον Ινδικό Ωκεανό και είναι άχρηστα εκθέματα. Τα μικρά, όμως - εδώ, δώρο - είναι όλα εκλεκτά.
Μικρά αριστουργήματα της φύσης.

Μια φορά η θεία μου, η Ελένη, είπε:
«Μα αυτά είναι όλα ίδια μεταξύ τους.»

«Όχι για μένα!» διαμαρτυρήθηκα.

Τα μικρά καβούρια, που κινούνται πλαγίως, είναι αξιολάτρευτα όταν αναζητούν με πάθος και αδεξιότητα τους ορίζοντες. Κι όταν κουράζονται σταματούν και ανοιγοκλείνουν τις μικρές δαγκάνες τους.
Στις παραλίες όλα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση. Έρχονται και φεύγουν.
Όμως τα μπουκέτα με τα σκουροπράσινα χόρτα, τα κοχύλια και τα καβούρια μοιάζουν να έρχονται από εκατομμύρια χρόνια πριν, από έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι δεν είχαν ακόμη ανακαλύψει τις χαζές τους δραστηριότητες στη θάλασσα.
Κι εσύ... μια μέρα δεν θα ’σαι.
Εσύ που όλα τα μετράς, σαν να σου ανήκουν.
Η θάλασσα όμως ακόμα μπουκέτα θα ξεβράζει. 
Και κοχύλια.
Και μικρά καβούρια που ψάχνουν τους ορίζοντες.

Και ο πόνος;
Ο πόνος είναι αιώνιος -και καθαρτικός. 
Και επιστρέφει πάντα. 
Οι στεναγμοί πηγαίνουν στον Θεό κι εκείνος πάλι στο κύμα τους πετά -
και γίνονται κοχύλια.