Αχ...



Εκείνος κάθεται στο παγκάκι.
Γύρω του δενδροστοιχίες και κάτι δυσκίνητοι οργανισμοί - οι άνθρωποι.

Ένα κορίτσι πλησιάζει με ποδήλατο.
Λευκή φούστα.
Λεπτά, τρυφερά πόδια.
Ξυπόλυτη.
Λίγο πάνω από το γόνατο διακρίνεται η δαντέλα του βρακιού της.
Η φούστα περνάει, χάνεται, επιστρέφει με ελιγμούς.

Πετάει.
Οι ρόδες χορεύουν.

«Αχ... εσένα γυμνή, ολόγυμνη, σ' ένα ευωδιαστό λιβάδι, στον ίσκιο του βραδιού, να σε βλέπω να πετάς. Να σταματάς για λίγο... κι ύστερα πάλι να πετάς με τα μαλλιά σου λυμένα στον αέρα... Ευγενές όργανο η ρόδα.»

Την κοιτάζει όπως κοιτάζει κανείς ένα έλατο ψηλά στο δάσος, το πέταγμα του αετού, την προσγείωση του γύπα, τη φρεγάτα που πολεμά τα κύματα, τον κύκνο στη λίμνη, το πρόσωπο του δημιουργού τη στιγμή που τον καταλαμβάνει η έμπνευση.

Η κοπέλα σταματά.
Στηρίζεται στο τιμόνι της.
Η φούστα της μοσχοβολά καυτό, νεανικό σώμα.
Τα μαλλιά της μοσχοβολούν.
Η ανάσα της φτάνει ως εκείνον.
Οι λεμονιές ευωδιάζουν.
Δυο ανάσες της φύσης.

Στέκεται για λίγο ακίνητη.
Ύστερα χάνεται πάλι στα λιβάδια.

Εκείνος την κοιτάζει ώσπου χάνεται.

«Εσένα, γυμνή, ολόγυμνη, στο ευωδιαστό λιβάδι, 
στον ίσκιο του βραδιού, 
να χτυπάς τα πετάλια σου... 
να πετάς... 
Κι όταν κουράζεσαι, να κάθομαι δίπλα σου, 
στην άκρη του δάσους, 
ν' αναπνέω το άρωμα της υγρής γης και του κορμιού σου... 
Να ρουφάω μέσα μου την ομορφιά του κόσμου.

Να μεγαλώνω.

Να κάνω πλούτο την ένταση

Τον πλούτο,

αγάπη.

Την αγάπη,

κίνηση.

Την κίνηση,

δύναμη.

Ανεξάντλητη.



Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια