Χίλιες μέρες



Πώς είναι η ζωή της;!

Τη ζωή της Κατρίνας, εννοώ - -
την οποία οι θείες αποκαλούν «Κατρίνχεν» και η οποία
έχει τα μάτια μιας σταυρωμένης.

Ξυπνάει, χτενίζει καστανοκόκκινα μαλλιά της καθισμένη στο κρεβάτι.
Μετά στέκεται δίπλα στον νιπτήρα, που μυρίζει σαπούνι Doering και οδοντόπαστα,
βουτάει το υπέροχο πρόσωπό της στο χλιαρό νερό,
κάνει αφρό, ξεπλένει το σαπούνι και σκουπίζεται.

Έπειτα παίρνει το πρωινό της.
Κάθεται στο τραπέζι, λίγο κουρασμένη και 
ξεκουράζεται από την ξεκούραση.
Πάντα το ίδιο φλιτζάνι,
το ίδιο κεντημένο πετσετάκι, το ίδιο άρωμα τσαγιού.
Ένας καλά οργανωμένος, άνετος και βολικός μηχανισμός, αυτή η πρωινή ζωή!

Έπειτα περπατάει πέρα δώθε,
παίρνει ένα καινούργιο μαντήλι, το εξετάζει για να δει αν έχει τρύπες,
παίρνει προσεκτικά το μικρό χρυσό ρολόι,
ανοίγει και κλείνει, κλειδώνει κουτάκια και σκέφτεται:
«Έχω όμορφα πράγματα».

Τακτοποιεί τα «ωραία πράγματα».

Κουβαλάει τις αγαπημένες της γλάστρες
και τους φέρεται σαν να ήταν μικρά παιδιά.
Τις φροντίζει τρυφερά,
κόβει ένα μαραμένο φύλλο - όχι...
όχι τελείως μαραμένο, αλλά ήδη πολύ εύθραυστο.
Δεν θα μπορεί πια να απορροφήσει νερό
και βλάπτει τα άλλα.

Και ενώ τα ποτίζει, «εντάξει!», σκέφτεται.

Και έτσι περνάει το πρωί.

Οι πόρτες ανοίγουν και κλείνουν συνεχώς, 
και όλα μοιάζουν σαν να μην πρόκειται να είναι ποτέ εντάξει.
Όμως ξαφνικά όλα είναι φωτεινά και καθαρά 
και δεν έχεις ιδέα πως η νύχτα ήταν μεγάλη και μουντή.

Οι γλάστρες στέκονται πάλι δίπλα στο κρυστάλλινο παράθυρο 
και μοιάζουν σαν να έχουν μόλις αναζωογονηθεί από μια απαλή καλοκαιρινή βροχή.
Όλα αποπνέουν φρεσκάδα και υγεία.
Έτσι είναι εδώ και χίλιες μέρες.
Πάντα αυτή η τάξη.

Τι ώρα είναι;
Πώς θα περάσει ο χρόνος μέχρι το μεσημέρι;!

Περνάει.

Μετά κάθεσαι και πιάνεις τη δροσερή χαρτοπετσέτα.

Ο πατέρας κοιτάζει με αγάπη τη μικρή του κόρη.
Είναι σαν μια ανάπαυλα για τα μάτια μέσα στην ανελέητη ζωή.
Έτσι είναι εδώ και χίλιες μέρες...
Είναι σαν τα ποτισμένα λουλούδια και το φως του ήλιου σ’ ένα τακτοποιημένο δωμάτιο.

Αν δεν ήταν... Κατρίνχεν...

Αλλά είναι... είναι!
Σαν το βράδυ που ακολουθεί την ημέρα - τόσο σίγουρα.

Οι άνθρωποι μιλάνε. Οι άνθρωποι σιωπούν.
Τι νέα;!
Κάποιος ήταν εδώ, και κάποιος ήταν σε κάποιον.

Πάντα η ίδια μυρωδιά στην τραπεζαρία μετά το φαγητό.

Ο πατέρας πίνει καφέ.
Αλλά ποια είναι η έκφραση στο πρόσωπό του;
Είναι κάτι σαν τα κομμάτια του Σούμπερτ γι’ αυτόν;
Συγχαίρει τον εαυτό του για την ευτυχία του;

Καθόλου.
Κάνει μια χειρονομία σαν να λέει: 
«Μακάρι να είσαι υγιής και ήσυχη, και όλα να συνεχίζονται εν ειρήνη...»

Δεν είναι αίνιγμα, ούτε αφύπνιση.
Είναι η σιωπηλή, βαριά ζωή, η ίδια.
Περνάει, χωρίς να σκέφτεται.
Περνάει.
Έτσι απλά.

Απόγευμα.

Το απόγευμα περνάει.

Τα λουλούδια ανθίζουν λευκά και πράσινα δίπλα στο παράθυρο.
Ένα αυτοκίνητο περνάει μουγκρίζοντας κάπου στο βάθος.

Κάποιος διαβάζει ένα βιβλίο.
Σαν αστέρια είναι τα βιβλία των ποιητών.
Τόσο απείρως μακριά από εμάς.
Και όμως λάμπουν.

Η μητέρα φωνάζει κάτι...

Ένας αδερφός μπαίνει ορμητικά μέσα και βιάζεται να ξαναβγεί στην παράξενη ζωή που ζουν οι άντρες, αφήνοντας πίσω του κάτι ανάλαφρο και ελεύθερο στον καπνό του τσιγάρου.

Η ζωή ξετυλίγεται σαν κλωστή από το αδράχτι.
Την αφήνεις να ξετυλίγεται.

Βράδυ.

Ανάψτε τις λάμπες!

Όταν πέφτει το βράδυ...
Ο κόσμος είναι ακίνητος, και η καρδιά επίσης,
και κουρασμένα στα γόνατά σου, τα χέρια σου ακουμπούν,
κι από το ρολόι του παππού στον τοίχο ακούς το τικ-τακ του εκκρεμούς...

Και πριν η νύχτα κι ο ύπνος να ’ρθουν,
για μια φορά ακόμη όλα ζούνε και γελούν -
τραγουδούν κι οι ποιητές που είναι τόσο μακριά
από εμάς - όσο τα αστέρια.

Δείπνο.

Οι άνθρωποι μιλάνε, οι άνθρωποι σιωπούν.
Τι νέα υπάρχουν;

«Η θεία Πέτι ήταν εδώ. Νομίζει ότι η Κατρίνχεν είναι εξαιρετικά εμφανίσιμη».

«Λένε ότι ο υπουργός Γκαλουκόφσκι ήταν στο θέατρο χθες. Τον είδατε;»

«Όχι. Κρίμα. Θα με ενδιέφερε. Το κοινό ήταν μάλλον βαρετό, παρεμπιπτόντως».

«Σε τι χρησιμεύει ο Γκαλουκόφσκι;»

«Τι κάνει η Κατρίνα με τα λουλούδια της;! Πρέπει να παντρευτείς έναν κηπουρό, Κατρίνχεν. Αλλά τα έχεις όλα λευκά, ενώ τα χρωματιστά είναι πολύ πιο όμορφα...»

«Γιατί χρωματιστά;!»

«Τι, γιατί;! Παρεμπιπτόντως, η Ελλεβόρα είπε ότι, μεταξύ των εμμονών της ψυχής, η φροντίδα των λουλουδιών είναι η πιο πρακτική. Πώς εκφράζεται μερικές φορές, ε!;»

«Καληνύχτα, μπαμπά».

«Κοιμήσου όμορφα, παιδί μου».

Και για άλλη μια φορά η Κατρίνα στέκεται μπροστά στον νιπτήρα, που μυρίζει σαπούνι Doering και οδοντόπαστα...

Ύστερα πηδάει στο δροσερό κρεβάτι με τις ζεστές κουβέρτες.

Σβήστε τις λάμπες!

Ο μηχανισμός της ημέρας τελείωσε.


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια