Σαν δισεκατομμύρια ακρίδες που περνούν και καταστρέφουν την εύφορη γη - μπήκε μέσα του ο τρόμος.
Η μεγάλη του αγάπη δεν τον ήθελε πια.
Δεν τον ήθελε στ’ αλήθεια.

Και η ιδέα αυτή εισέβαλε στον φτωχό του εγκέφαλο και στην κουρασμένη του καρδιά ξαφνικά, παραλυτικά, υπονομευτικά.
Το ήξερε.
Ναι, το ήξερε.

Ίσως ήδη από τις πρώτες ώρες που πλησίασαν ο ένας τον άλλον.
Ήταν σαν εκείνη να ήθελε να τον προστατεύσει από την αρρώστια του -
από τη λαχτάρα του μέσα στη θορυβώδη μέρα και στην ήσυχη νύχτα.
Ναι.
Ήθελε να τον προστατεύσει από τη λαχτάρα του.
Σαν γιατρός.
Σαν μάνα.
Σχεδόν σαν αγία.

Μόλις χθες, στις έξι το πρωί, φίλησε το λευκό μπλουζάκι της που κρεμόταν σ’ έναν γάντζο.
Κι ο κάμπος ήταν όμορφος.
Μετά, στις επτά και μισή ακριβώς, της διηγήθηκε τις πρωινές του ιστορίες.

Όμως σήμερα το πρωί ήταν σαν να έπεσε αυλαία.
Δεν τον ρώτησε τι κάνει.
Αν είναι καλά.
Ποια είναι τα σχέδια της ημέρας.
Δεν ρώτησε τίποτα.

Θανατική ποινή για την ανυπεράσπιστη ψυχή.

Έχει εραστή;
Επιπλοκές;
Είναι ανεκπλήρωτα ερωτευμένη με κάποιον άλλον;
Είναι άρρωστη; Στομάχι; Έντερα; Κάτι χειρότερο;
Είναι κουρασμένη;
Βαρέθηκε;
Θέλει ελευθερία, χώρο και χρόνο για άλλα πράγματα;
Μήπως ήταν υπερβολικά ορμητικός με τον έρωτά του;
Θέλει πράγματι να τον προστατεύσει από τον εαυτό του;

Μα αυτό θα ήταν τρομακτικό.
Κι ο κάμπος ήταν μαύρος.

Την άλλη μέρα εκείνη του είπε:
«Με χόρτασες.
Δεν χρειάζεται να απαντήσεις - μη λες τίποτα.
Το βλέπω καθαρά.
Ξέρω ότι με βαρέθηκες… κρίμα.»

Κι εκείνος στεκόταν εκεί όρθιος, σχεδόν σε στρατιωτική προσοχή, ακούγοντας ακόμη τα λόγια να ηχούν μέσα στ’ αυτιά του.
Κι ο κάμπος ήταν όμορφος.

Όμορφος μ’ έναν τρόπο που δεν μπορούσε να περιγράψει.
Ελλεβόρα- Άνα Ζουμάνη