Πάρε με μαζί σου...


Ο σύζυγος φεύγει για βαρκάδα με την κόρη του…

Η πανέμορφη γυναίκα με τα ξανθά μαλλιά μένει πίσω, μόνη της. Ακουμπά το σαγόνι στο χέρι της και κοιτάζει πέρα, στο νερό… Νιώθει πως κάποιος τη θαυμάζει… Και ξαφνικά εκτοξεύεται έξω από τα όρια της ασφαλούς οικογενειακής ζωής, μέσα στον ωκεανό της μεγάλης ζωής, με το μεγάλο της μυστήριο…

«Είμαι σαν τη φύση», ένιωσε, «η λίμνη, το δάσος, το κιτρινοπράσινο λιβάδι… κι εγώ».

Ο άντρας αρχίζει να μεταμορφώνεται… ανοίγει τεράστια φτερά για να πετάξει και την παίρνει μαζί του… η λαμπερή λίμνη, το σοβαρό δάσος, το μεθυστικό λιβάδι και εκείνη… εκείνη!
Γινόμαστε κι εμείς κομμάτι της ψυχής της και φεύγουμε μαζί της…

Ο σύζυγος και η κόρη επιστρέφουν.
Η γυναίκα με τα ξανθά μαλλιά τυλίγει ένα σάλι γύρω από τους ώμους του κοριτσιού. Έπειτα αγκαλιάζει τον άντρα της και λέει, χαριτολογώντας: «Δώσε μου ένα φιλί, γεροκαπετάνιε».

Μετά γυρίζει το κεφάλι: «Με πήρες μαζί σου στο ανάλαφρο ταξίδι σου, νέε καπετάνιε, σε ευχαριστώ γι’ αυτό… αγαπημένε μου άντρα, γλυκό μου παιδί… έχω κι εγώ φτερά τώρα…!»

Όταν έφευγε, σε ζεστή αγκαλιά με τον σύζυγό της, κρατώντας την κόρη τρυφερά από το χέρι, γύρισε πάλι το κεφάλι: «Πάρε με μαζί σου ακόμη μια φορά, νέε καπετάνιε…»

Και την πήρε ξανά μαζί του, χαρίζοντάς της ένα βλέμμα γεμάτο θαυμασμό, κατανόηση και φιλία…


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια