Για ένα κορίτσι στο πλήθος


Κορίτσι, γιατί δεν σε βλέπω ποτέ μόνη σου στη φύση;
Σε ένα παγκάκι, παραδομένη στην παράσταση της ανατέλουσας βραδιάς;

Γιατί δεν στέκεσαι, με μακρόπνοες παύσεις, μπροστά στις μυστηριώδεις καλαμιές;
Στις φουντουκιές που σκύβουν ταπεινά πάνω στα νερά, στους μυρωδάτους θάμνους των λιβαδιών;

Γιατί δεν σε βλέπω στις όχθες των ποταμιών, χαμένη, να κοιτάζεις το φράγμα που καθησυχάζει τα ανήσυχα νερά;

Γιατί δεν σε βλέπω σιωπηλή, να αφουγκράζεσαι την ήσυχη ζωή ενός κύκνου - πιο παραμυθένια από κάθε παραμύθι;

Γιατί δεν σε βλέπω μόνη, σε ένα πάρκο, να παίζεις τελετουργίες τρυφερότητας με ένα παιδί που μόλις γνώρισες; Εκείνες... οι μικρές εκστάσεις μιας μητρικής καρδιάς.

Γιατί δεν σε βλέπω να ανταποδίδεις με θαυμασμό την ομορφιά της λιάντρας;
Στον όρμο, ξαπλωμένη σε μια βάρκα, ήσυχη και ακίνητη.
Και μόνη.

Σε βλέπω, πάντα, σε δημόσια σημεία πνιγμένα στην πολυκοσμία.
Σε κοπάδι. Να περιμένεις τον άντρα.
Με περιττή πολυτέλεια και πρόσωπο - κατασκευή... 

Μια κυρία μού είπε κάποτε, «στα δεκαοχτώ μου ζούσα με επτά σκυλιά σε ένα κτήμα. Είχα μόνο τα απαραίτητα, κι όμως μου ήταν πιστά».
Και συνέχισε: «Ενώ η εγγονή μου…»
Σταμάτησε. Μπήκε σε μια βάρκα και πήρε τον μοναχικό, σιωπηλό δρόμο της λίμνης.

Η εγγονή της την κοίταζε να χάνεται στην ησυχία, με ύφος που έλεγε, «η γιαγιά μου έχει υπερένταση πάλι και η Άνα δεν της κάνει καλό. Θα της απαγορεύσω τη συναναστροφή μαζί της....»


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια