Στις πλάτες τεσσάρων αντρών



Συχνά στέκομαι αδιάφορη μπροστά στα συναισθήματα των ανθρώπων. 
Άπιστη Θωμαΐτσα, δηλαδή.
Οι υπερβολικές χαρές, η υπερβολική ενσυναίσθηση, η υπερβολική φιλανθρωπία, οι υπερβολικές ερωτικές εξομολογήσεις και άλλες «εκλάμψεις» της ανθρώπινης ψυχής. Όλα αυτά δεν με εντυπωσιάζουν ιδιαίτερα.
Δεν θα επεκταθώ άλλο, γιατί γρήγορα θα κατέληγα στην κοινοτοπία - αν και μάλλον βρίσκομαι ήδη εκεί.

Υπάρχει όμως ένα συναίσθημα, ή μάλλον μια έκφραση, που είναι τελείως αληθινή, άρα ποτέ δεν είναι υπερβολική.
Η «αλήθεια» αυτή απελευθερώνεται τη στιγμή που ένας αγαπημένος άνθρωπος σηκώνεται και εγκαταλείπει το σπίτι του μέσα στο φέρετρό του.
Τότε σβήνουν τα κλαψουρίσματα και τα προσχήματα. Τότε σβήνουν τα πάντα και ο χώρος γεμίζει από ένα τρομακτικό ουρλιαχτό - σαν εκείνο του σκύλου που σε λατρεύει, τη στιγμή που τον πετάς έξω από το σπίτι και χτυπάς την πόρτα στα μούτρα του.
Φυσικά «συνέρχεσαι» αμέσως, σκοντάφτεις, μα πας. Παίρνεις ομπρέλα και παλτό για να μη κρυολογήσεις, και προχωράς.

Αλλά εκείνη η στιγμή, όταν ο νεκρός σηκώνεται στις πλάτες τεσσάρων αντρών.
Τότε ουρλιάζεις στ’ αλήθεια και νιώθεις ότι όλα - τα πάντα σ’ αυτόν τον κόσμο - ουρλιάζουν μαζί σου.
Άνα Ζουμάνη

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια