
Δεν είχε τίποτα - και τα είχε όλα.
Ήταν πανέμορφη, η Μαντώ. Είχε μεγαλώσει και μαθητεύσει στα δάση και στα λιβάδια.
Τριάντα χρόνια θα υμνούσε ο Πετράρχης τη χάρη της στα κουρασμένα του τραγούδια.
Όμως εκείνη ενέδωσε στο πάθος ενός πλούσιου μεγαλοαστού.
Ήθελε, όσο τίποτε άλλο, να τη ζηλεύουν και να τη λαχταρούν όλοι.
Κι έτσι έφυγε για τη μεγάλη πόλη.
Κανείς δεν την εμπόδισε.
Και βυθίστηκε στην άβυσσο της απόλαυσης… των άλλων
Ο Θεός την έβλεπε από ψηλά με τα σοβαρά μάτια του,
κι οι άγγελοι έκλαιγαν γύρω της πικρά.
Και μια νύχτα σκοτεινή, κάποιος κόλλησε πάνω σε ένα δέντρο με 150.
Κι εκείνη χτύπησε θανάσιμα.
Πριν ξεψυχήσει, είδε ένα ομιχλώδες, γκριζοπράσινο τοπίο με δάση και λιβάδια… μακρινά.
Τους ανθρώπους γύρω της δεν τους έβλεπε πια.
Πομπώδης η κηδεία της.
Οι άντρες μετέφεραν το φέρετρό της στο νεκροταφείο αργά - βαριά
Τώρα που η Πανέμορφη είχε αφήσει τη ζωή και τους κινδύνους πίσω της - τώρα που δεν είχε πια τίποτα να χάσει, θα μπορούσαν να χτυπήσουν 250 στα γαμημένα τους κοντέρ.
Και τι έκαναν οι κύριοι;
Πήγαιναν σημειωτόν.
Τώρα που η Πανέμορφη είχε αφήσει τη ζωή και τους κινδύνους πίσω της - τώρα που δεν είχε πια τίποτα να χάσει, θα μπορούσαν να χτυπήσουν 250 στα γαμημένα τους κοντέρ.
Και τι έκαναν οι κύριοι;
Πήγαιναν σημειωτόν.







0 Σχόλια