Η Χίλντα και ο Μισογύνης



Όταν ο γιατρός της είπε ότι στεκόταν μπροστά στις σκοτεινές πύλες της φυματίωσης, εκείνη απάντησε:«Μη μου το κάνεις αυτό. Είμαι μόλις δεκαεννέα...»

Η Χίλντα έτρεξε αμέσως στην Ελλάδα και ξάπλωσε με τις προμήθειές της στο Μαθράκι, ολομόναχη και ολόγυμνη, προστατευμένη από τη βλάστηση.Από τις οκτώ το πρωί έως τις οκτώ το βράδυ ξάπλωνε με τα χέρια ανοιχτά και απλωμένα, έτοιμη να δεχτεί τη θεραπευτική δύναμη της φύσης.
Δυο φορές την ημέρα έτριβε το υπέροχο σώμα της με μενθόλη.
Και έκανε ό,τι άλλο απαιτούσε η ανάρρωσή της.
Και έτσι έγινε καλά.

Είχε αντιμετωπίσει με θάρρος τον θάνατο.
Σύντομα όμως συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει με θάρρος τη ζωή.

Αργότερα γνώρισε έναν ποιητή.
Ονομαζόταν Μισογύνης.
Δεν καταλάβαινε τι σήμαινε να είσαι ποιητής.
Γράφεις βιβλία και είσαι ποιητής. Ε και;

Αλλά εκείνος είπε:
«Θυμάσαι το Μαθράκι; Που ξάπλωνες ολόγυμνη, προστατευμένη από τα μάτια των κατά φαντασίαν εραστών; Τότε που περίμενες την υγεία να έρθει πέρα από τα λιβάδια, τα δάση και τη θάλασσα; Τότε που είχες μια σημαντική αποστολή;»

Και η Χίλντα άρχισε να θυμάται.
Αλλά κάποιος πετάχτηκε και είπε:
«Σταμάτα πια με τις αρρώστιες! Δόξα τω Θεώ τώρα είμαστε καλά και είμαστε εδώ!»

Η Χίλντα έριξε μια παρακλητική ματιά στον ποιητή Μισογύνη.
Και αντίκρισε τη δική του ματιά, γεμάτη κατανόηση.
Και τότε κατάλαβε τι είναι ο ποιητής
και ότι υπάρχει για να θυμάται το Μαθράκι.


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια