Μια πολύ όμορφη και κομψά ντυμένη γυναίκα περπατούσε στην όχθη μιας λίμνης, όταν την πλησίασε ένας άγνωστος άντρας.
«Το φόρεμα που σου χάρισα είναι πανέμορφο», της είπε.

Η γυναίκα τον κοίταξε σοκαρισμένη.
«Κάνετε λάθος, κύριε. Το φόρεμα αυτό μού το αγόρασε ο σύζυγός μου μόλις προχθες.»

«Όχι», απάντησε εκείνος ήρεμα, «εγώ το πλήρωσα. Ο άντρας σου μού χρωστά έξι μισθούς. Αν με είχε εξοφλήσει, αν γενικώς ήταν σωστός στις υποχρεώσεις του, πιθανώς δεν θα μπορούσε να σου αγοράσει αυτό το φόρεμα.»

Η γυναίκα χαμήλωσε τα μάτια.

Ο άντρας χαμογέλασε σχεδόν τρυφερά.
«Μη ντρέπεσαι. Δεν φταις. Αλλά είσαι τόσο όμορφη, που δεν χρειάζεσαι πολυτελή εξώφυλλα. Ο πραγματικός σου θρίαμβος θα ήταν να επιδράς με ένα τίποτα.»
Την χαιρέτησε ευγενικά και έφυγε.

Η γυναίκα γύρισε σπίτι, έσκισε το φόρεμα και έραψε μόνη της ένα άλλο, πολύ απλό.

Λίγες μέρες αργότερα ο σύζυγός της τη ρώτησε:
«Πού είναι το καινούριο φόρεμα;»

«Το κατέστρεψα με μελάνη και έραψα ένα άλλο, συγνώμη...», απάντησε εκείνη ήρεμα,
«αλλά δεν το χρειάζομαι ούτως ή άλλως. Όπως βλέπεις, είμαι όμορφη και χωρίς αυτό....» συνέχισε
____________________________