
Στον διάδρομο είναι αραδιασμένες έξι παλιές καρέκλες, κληρονομιά από μια τραπεζαρία καρυδιάς. Τα τρία μικρά μπαούλα που στέκονται παραπέρα θα μπορούσαν να βαφτούν στο ίδιο χρώμα, για λίγη αρμονία.
Σ’ ένα στρογγυλό τραπεζάκι είναι στρωμένο ένα κεντημένο τραπεζομάντηλο, και πάνω του στέκεται ένα γυάλινο πορτατίφ, ολόκληρο από γυαλί, ακόμη και το πόδι του. Τα πράγματα δεν είναι καινούρια, αλλά είναι καλά διατηρημένα. Όμορφα, φρέσκα γεράματα.
Έξω κάνει πολύ κρύο. Και να μην έκανε, είναι Χριστούγεννα. Στο σαλόνι καίει το τζάκι.
«Αχ, αυτή η ζέστη!», λέει ο οικοδεσπότης μόλις μπαίνει στο σπίτι. Ξεκουμπώνει το σακάκι, μετά το γιλέκο. Σαν να παθαίνει κυκλοφορική συμφόρηση.
«No, no…», λέει η νοικοκυρά, «είναι φυσικό όταν έρχεσαι από έξω…»
«Ναι… έρχομαι από έξω…», απαντά εκείνος και προσπαθεί να σβήσει τουλάχιστον τη σόμπα, που καίει κι αυτή. Πειράζει την πόρτα της, χτυπάει έντονα με τη μασιά.
«Ανήσυχο πνεύμα…», λέει η νοικοκυρά.
Συνηθισμένος διάλογος. Ειδικά τις Κυριακές και τις γιορτές. Τα παιδιά νιώθουν. Θέλουν να ρωτήσουν πολλά.
Τέλος πάντων, όλα είναι εγκάρδια, πατριαρχικά. Η μικρή, χλωμή κόρη κάθεται δίπλα στο τζάκι και περιμένει τους γονείς της. Είναι «Χριστούγεννα». Μια οργανωμένη οικογενειακή υπόθεση. Και «γαλοπούλα».
Επιτέλους φτάνουν οι γονείς, εξαντλημένοι από την εκκλησία και τις επισκέψεις, μέσα στα καλά τους παλτά. Επισκέφτηκαν τους γιους τους, φυσικά. Από γιο σε γιο. Από γιο σε γιο. Ένα βιογραφικό.
Το μενού περιέχει γαλοπούλα και σούπα Σαρλότ.
«Η σούπα είναι φωτιά», λέει ο οικοδεσπότης. «Όλα καυτά τα σερβίρετε…» Το λέει σαν να ανήκει σε άλλη ομάδα.
Αυτές οι εκφράσεις προσπαθούν να γεμίσουν ένα κενό. Μια ξεθωριασμένη εικόνα μάχης που δεν έγινε ποτέ, και δεν θα γίνει. Μια διαμαρτυρία χωρίς λόγια. Η σιωπή είναι χρυσός.
«Άσε τη σούπα να κρυώσει λίγο», λέει η νοικοκυρά. «Μα είναι εξαίσια… Έλα παππού, μην κάνεις έτσι… Ο Μπριγιά-Σαβαρέν λέει—»
«Ξέρουμε τι λέει ο Μπριγιά-Σαβαρέν. Φάε τη σούπα σου», απαντά ο οικοδεσπότης.
«Μπριγιά-Σαβαρέν…», σκέφτεται η χλωμή κόρη. «Τουλάχιστον το λέει σωστά…»
Η νοικοκυρά μαζεύει γνωμικά από περιοδικά. Κακή συνήθεια. Σαν το ρούφηγμα της μύτης. Ή κάτι χειρότερο.
Η χλωμή κόρη σκέφτεται: «Άτονα φτερουγίσματα ενός γέρικου πουλιού… άστο… δεν είσαι ο Μιραμπώ».
Μετά έρχεται η γαλοπούλα, με παρδαλά λαχανικά και πατάτες κομμένες σε σχέδιο. Όλο μαζί μοιάζει με παρτέρι.
«Νανίτα, σου έφερα το σημερινό κήρυγμα. Διάβασέ το, το έχασες».
«Ναι… μάλλον έχασα άλλη μια ευκαιρία να φωτιστώ…», λέει η χλωμή κόρη.
Από τη μια, λυπάται τους γονείς της. Συνήθως τους αφήνει ήσυχους, μέσα στη ζεστή τους ομίχλη.
Με τους άλλους όμως, αυτή τη νωθρή νεολαία, δεν μπορεί να συμφιλιωθεί. Θέλει να την ταράξει. Να την προσβάλει. Στάσιμες, βολεμένες νεροχελώνες.
Η μικρή χλωμή χρειάζεται πεδίο μάχης.
Θέλετε ησυχία; Σε έναν κόσμο όπου εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι… στη λαιμητόμο!
Θέλετε γαλήνη; Στη λαιμητόμο!
Ξέρει πως η ανησυχία είναι η πηγή της προόδου. Η εξέλιξη, η ανατροπή. Μα παντού βρίσκει την ίδια ξεδιάντροπη ανάγκη για τάξη και ησυχία.
Οι γονείς θέλουν ησυχία. Οι σύζυγοι θέλουν ησυχία. Οι φίλοι, οι φίλες, οι εραστές. Όλοι θέλουν την ησυχία τους.
Αλλά εδώ μιλάμε για την ησυχία της κοιλάδας.
Και είναι αυτή ιερή;
Όχι.
Ιερή ησυχία βρίσκεις μόνο στις κορυφές που κατέκτησες.
Η ησυχία της κοιλάδας είναι ομίχλη. Είναι λήθαργος. Μορφίνη.
Έτσι είναι η οικογενειακή ζωή. Όλα μορφίνη. Η αγάπη. Η φιλία. Το οινόπνευμα.
Διάολε. Άνθρωπος θα πει κίνηση.
«Τι αναπαυτικό και ήσυχο είναι το σπιτάκι μας, αδερφούλα…», λέει η μεγάλη, ροδοκόκκινη αδερφή, που μέχρι τότε έτρωγε σιωπηλή.
Η μικρή τη κοιτάζει.
«Μας περιφρονείς… γιατί;»
«Να η ευκαιρία», σκέφτεται. «Επανάσταση;»
Και λέει:
«Τα επόμενα Χριστούγεννα δεν θέλω γαλοπούλα».
«Και τι θα προτιμούσες;»
«Ντοματοκεφτέδες».
«Μα… ψεύτικα κεφτεδάκια; Τα Χριστούγεννα;»
«Ναι. Ας είναι ψεύτικα».
Είπε ο χλωμός Παπαφλέσσας και αποχώρησε θριαμβευτικά.
«Θα το συζητήσω με τη μαμά», σκέφτηκε η ροδοκόκκινη.
Έξω κάνει πολύ κρύο. Και να μην έκανε, είναι Χριστούγεννα. Στο σαλόνι καίει το τζάκι.
«Αχ, αυτή η ζέστη!», λέει ο οικοδεσπότης μόλις μπαίνει στο σπίτι. Ξεκουμπώνει το σακάκι, μετά το γιλέκο. Σαν να παθαίνει κυκλοφορική συμφόρηση.
«No, no…», λέει η νοικοκυρά, «είναι φυσικό όταν έρχεσαι από έξω…»
«Ναι… έρχομαι από έξω…», απαντά εκείνος και προσπαθεί να σβήσει τουλάχιστον τη σόμπα, που καίει κι αυτή. Πειράζει την πόρτα της, χτυπάει έντονα με τη μασιά.
«Ανήσυχο πνεύμα…», λέει η νοικοκυρά.
Συνηθισμένος διάλογος. Ειδικά τις Κυριακές και τις γιορτές. Τα παιδιά νιώθουν. Θέλουν να ρωτήσουν πολλά.
Τέλος πάντων, όλα είναι εγκάρδια, πατριαρχικά. Η μικρή, χλωμή κόρη κάθεται δίπλα στο τζάκι και περιμένει τους γονείς της. Είναι «Χριστούγεννα». Μια οργανωμένη οικογενειακή υπόθεση. Και «γαλοπούλα».
Επιτέλους φτάνουν οι γονείς, εξαντλημένοι από την εκκλησία και τις επισκέψεις, μέσα στα καλά τους παλτά. Επισκέφτηκαν τους γιους τους, φυσικά. Από γιο σε γιο. Από γιο σε γιο. Ένα βιογραφικό.
Το μενού περιέχει γαλοπούλα και σούπα Σαρλότ.
«Η σούπα είναι φωτιά», λέει ο οικοδεσπότης. «Όλα καυτά τα σερβίρετε…» Το λέει σαν να ανήκει σε άλλη ομάδα.
Αυτές οι εκφράσεις προσπαθούν να γεμίσουν ένα κενό. Μια ξεθωριασμένη εικόνα μάχης που δεν έγινε ποτέ, και δεν θα γίνει. Μια διαμαρτυρία χωρίς λόγια. Η σιωπή είναι χρυσός.
«Άσε τη σούπα να κρυώσει λίγο», λέει η νοικοκυρά. «Μα είναι εξαίσια… Έλα παππού, μην κάνεις έτσι… Ο Μπριγιά-Σαβαρέν λέει—»
«Ξέρουμε τι λέει ο Μπριγιά-Σαβαρέν. Φάε τη σούπα σου», απαντά ο οικοδεσπότης.
«Μπριγιά-Σαβαρέν…», σκέφτεται η χλωμή κόρη. «Τουλάχιστον το λέει σωστά…»
Η νοικοκυρά μαζεύει γνωμικά από περιοδικά. Κακή συνήθεια. Σαν το ρούφηγμα της μύτης. Ή κάτι χειρότερο.
Η χλωμή κόρη σκέφτεται: «Άτονα φτερουγίσματα ενός γέρικου πουλιού… άστο… δεν είσαι ο Μιραμπώ».
Μετά έρχεται η γαλοπούλα, με παρδαλά λαχανικά και πατάτες κομμένες σε σχέδιο. Όλο μαζί μοιάζει με παρτέρι.
«Νανίτα, σου έφερα το σημερινό κήρυγμα. Διάβασέ το, το έχασες».
«Ναι… μάλλον έχασα άλλη μια ευκαιρία να φωτιστώ…», λέει η χλωμή κόρη.
Από τη μια, λυπάται τους γονείς της. Συνήθως τους αφήνει ήσυχους, μέσα στη ζεστή τους ομίχλη.
Με τους άλλους όμως, αυτή τη νωθρή νεολαία, δεν μπορεί να συμφιλιωθεί. Θέλει να την ταράξει. Να την προσβάλει. Στάσιμες, βολεμένες νεροχελώνες.
Η μικρή χλωμή χρειάζεται πεδίο μάχης.
Θέλετε ησυχία; Σε έναν κόσμο όπου εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι… στη λαιμητόμο!
Θέλετε γαλήνη; Στη λαιμητόμο!
Ξέρει πως η ανησυχία είναι η πηγή της προόδου. Η εξέλιξη, η ανατροπή. Μα παντού βρίσκει την ίδια ξεδιάντροπη ανάγκη για τάξη και ησυχία.
Οι γονείς θέλουν ησυχία. Οι σύζυγοι θέλουν ησυχία. Οι φίλοι, οι φίλες, οι εραστές. Όλοι θέλουν την ησυχία τους.
Αλλά εδώ μιλάμε για την ησυχία της κοιλάδας.
Και είναι αυτή ιερή;
Όχι.
Ιερή ησυχία βρίσκεις μόνο στις κορυφές που κατέκτησες.
Η ησυχία της κοιλάδας είναι ομίχλη. Είναι λήθαργος. Μορφίνη.
Έτσι είναι η οικογενειακή ζωή. Όλα μορφίνη. Η αγάπη. Η φιλία. Το οινόπνευμα.
Διάολε. Άνθρωπος θα πει κίνηση.
«Τι αναπαυτικό και ήσυχο είναι το σπιτάκι μας, αδερφούλα…», λέει η μεγάλη, ροδοκόκκινη αδερφή, που μέχρι τότε έτρωγε σιωπηλή.
Η μικρή τη κοιτάζει.
«Μας περιφρονείς… γιατί;»
«Να η ευκαιρία», σκέφτεται. «Επανάσταση;»
Και λέει:
«Τα επόμενα Χριστούγεννα δεν θέλω γαλοπούλα».
«Και τι θα προτιμούσες;»
«Ντοματοκεφτέδες».
«Μα… ψεύτικα κεφτεδάκια; Τα Χριστούγεννα;»
«Ναι. Ας είναι ψεύτικα».
Είπε ο χλωμός Παπαφλέσσας και αποχώρησε θριαμβευτικά.
«Θα το συζητήσω με τη μαμά», σκέφτηκε η ροδοκόκκινη.
~~~~~~~
* Jean Anthelme Brillat-Savarin - Γάλλος δικηγόρος και πολιτικός, διάσημος γαστρονόμος
Ο πίνακας είναι του Thomas Kinkade








0 Σχόλια