
Σε είδα να περπατάς,
συρτά, γλιστρώντας, με μεγάλα βήματα,
το πάνω μέρος του σώματός σου παραδομένο στην κίνηση,
και σ’ αγαπούσα.
Είδα τα λεπτά σου χέρια,
τα ελαφρά αριστοκρατικά δάχτυλα,
να ακουμπούν στο μπράτσο της πολυθρόνας
σαν πεταλούδες πάνω σε λουλούδι,
έτοιμες να πετάξουν,
και σ’ αγαπούσα.
Σε είδα να σκύβεις με απίστευτη ελαφρότητα
και να σηκώνεις ένα μαντήλι από το πάτωμα,
και σ’ αγαπούσα.
Σε είδα να χαϊδεύεις τρυφερά
τα γκρίζα μαλλιά του πατέρα σου,
και σ’ αγαπούσα.
Σε είδα να πίνεις το τσάι σου
με χάρη γκέισας,
και σ’ αγαπούσα.
Σε είδα - με μια λέξη -
σε όλες τις γλυκές, ασυνείδητες αλήθειες σου,
και σ’ αγαπούσα.
Και ήρθε μια μέρα
που όλα γίνονταν για μένα -
για μένα, για χάρη μου.
Και τότε έπαψα να σ’ αγαπώ.
Ήμουν έκπληκτος, συγκινημένος, συγκλονισμένος, ευλογημένος -
μα ήταν σαν μια τεράστια, μυστηριώδης ιδέα
που εκδίδεται σε βιβλίο τσέπης,
σε εύχρηστη, κατανοητή μορφή.
Χρηστική, προσαρμοσμένη αγάπη.
Ποιητής Μισογύνης








0 Σχόλια