Λαχτάρα


Πού έχει τον θρόνο της η λαχτάρα;

Κάπου κάτω από το στομάχι, εκεί όπου τελειώνει ο θώρακας και αρχίζει η σκοτεινή επικράτεια των ενστίκτων.
Εκεί σφίγγεται το σώμα όταν περιμένει.
Εκεί παραλύει όταν φοβάται.
Εκεί νιώθει την αγωνία της προδοσίας.
Εκεί κατασκευάζονται και οι μυρωδιές του σώματος. Είναι το αρωματοποιείο του οργανισμού.

Ο έρωτας και η λαχτάρα έχουν άρωμα μήλων σε φορτωμένα τελάρα.
Ζωτική φρεσκάδα στριμωγμένη σε μπουντρούμια, δηλαδή.
Γιατί το σώμα ξέρει πράγματα που ο άνθρωπος αρνείται να μάθει.

Εδώ και μέρες η μυρωδιά σου έχει αλλάξει.
Μυρίζει σαν άρρωστο μωρό - η παράξενη, γλυκιά, ζεστή μυρωδιά της αδυναμίας - ανακατεμένη με μήλα στριμωγμένα στα πίσω καλάθια μιας αγοράς, κάτω από άλλα μήλα, κάτω από βάρος, κάτω από ζωή.
Εσύ λες πως δεν είναι τίποτα. «Είμαι μια χαρά. Θα περάσει.»
Όμως, εγώ, κοντά σου, εισπνέω τηνμυρωδιά μιας μυστηριώδους αγωνίας.
Και το άγγιγμα μεταμορφώνεται σε ζοφερή ομίχλη.
Τι είναι τα λόγια, τα βλέμματα, οι διάφορες χειρονομίες;
Ίσως ορέξεις. Ίσως διαθέσεις. Ίσως παιχνίδια.
Όμως η μυρωδιά;
Εδώ αποχωρίζεται η ασυνείδητη αλήθεια από τις συνειδητές ίντριγκες και επαναστατεί.
Εδώ τα πράγματα μιλούν τη μητρική τους γλώσσα.
Και μυρίζει λαχτάρα.
Μυρίζει πολύ.

Με ποια με κερατώνεις πάλι, τέρας;


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια