Η Μεγαλειοτάτη



Μια φορά - από τις πολλές - που ο Ποιητής Μισογύνης βρέθηκε στο φρενοκομείο, γνώρισε ίσως την ευτυχέστερη γυναίκα της καλής κοινωνίας.
Ήταν κόρη πλούσιας οικογένειας, όμως αυτό δεν της αρκούσε.
Έτσι αποφάσισε πως ήταν αυτοκράτειρα.
Και αυτοκράτειρα ήταν... μέσα στο μεγάλο πάρκο του φρενοκομείου, όπου πίσω από τους ψηλούς τοίχους, όλα είχαν προσαρμοστεί στη δική της πραγματικότητα.
Όλοι την αποκαλούσαν «Μεγαλειοτάτη» και υποκλίνονταν μπροστά της. Ή έκαναν πως...

Μια μέρα πλησίασε το τραπέζι όπου ο ποιητής έπαιρνε το πρωινό του.
«Τι έχετε, αγαπητέ μου ποιητή; Γιατί είστε τόσο σκυθρωπός;»
«Μεγαλειοτάτη», απάντησε εκείνος, «ζητώ να αφαιρούν το καϊμάκι από τον καφέ μου, αλλά δεν το κάνουν. Το απεχθάνομαι. Δεν μ' ακούνε».

«Κύριε Διευθυντά!» φώναξε εκείνη προς τον κηπουρό.
«Στις διαταγές σας, Μεγαλειοτάτη!»
«Φροντίστε ο καφές του ποιητή να είναι ελεύθερος από καϊμάκι. Προσβάλλομαι προσωπικώς.»
«Αμέσως, Μεγαλειοτάτη!»

Μια άλλη μέρα τον πλησίασε ανήσυχη.
«Έξι ημέρες έχω να σας δω. Σας αποθύμησα.»
«Ήμουν άρρωστος, Μεγαλειοτάτη.»
«Ανοησίες. Οι αυλικοί μου με πληροφόρησαν ότι ήσασταν προσκεκλημένος του Πρίγκιπα Μούζο στο ετήσιο κυνήγι.»
«Τότε δεν έχω παρά να το ομολογήσω.»
«Είδατε; Το γνώριζα.»

Πείτε μου τώρα, σας παρακαλώ:
υπήρξε ποτέ ευτυχέστερη γυναίκα μεταξύ των γυναικών με περιττές φιλοδοξίες;


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια