
Το βράδυ, όταν έβρεχε δυνατά, τα χώματα του δάσους γέμιζαν σαλαμάνδρες
και είχες την αίσθηση πως ο κόσμος πλημμύριζε.
Λίγο πριν, το δάσος ήταν υγρό, ακόμη ζεστό και ήσυχο.
Ήταν και εκείνοι, οι αλπικοί τρίτωνες…
Ήταν και η σταυροφόρα αράχνη εκεί - απόκοσμη.
Ήλπιζες πως η βροχή και ο άνεμος θα τη διώξουν,
όμως το δίχτυ της ήταν φτιαγμένο σαν από καραβόσχοινα.
Λικνιζόταν διαρκώς, αλλά δεν έσπαζε.
Τα πρώτα φθινοπωρινά λουλούδια μας έκαναν μελαγχολικούς.
Ήταν όμορφα - κι εμείς βρισκόμασταν πάλι στα δασοτόπια μας,
όπως στα καλοκαίρια της παιδικότητάς μας.
Ύστερα ήρθε το πρώτο βράδυ στην πόλη.
Ήμασταν δυστυχισμένοι, παρότι το τραπέζι ήταν γεμάτο.
Η μαμά ήταν κι εκείνη στοχαστική,
ενώ ο μπαμπάς αγνάντευε…
Και δεν το εξηγήσαμε ποτέ.




.jpg
)




0 Σχόλια