Ο θρήνος μιας μάνας


Μια μάνα κάθεται στο κρεβάτι της κόρης της, που μόλις γύρισε από το πρώτο της πάρτι και κοιμάται εξαντλημένη. Το φόρεμά της είναι πεταμένο στο πάτωμα.

«Το πρώτο της πάρτι. Είχα κι εγώ ένα, κάποτε. Τότε που αγαπούσα φανατικά τον γάτο μου, τη δασκάλα της μουσικής, την κυρία Ελισάβετ, τον σκύλο του κυρίου Τόντον - τον φώναζα Τζαφ - τον αδερφό μου, τις πεταλούδες…
Τότε ζούσα στον κόσμο των ονείρων. Τη συνέχεια των παιδικών μου βιβλίων.
Και μετά πήγα στο πρώτο μου πάρτι.
Και ξαφνικά έπεσε πάνω μου η σοβαρή, στείρα ζωή και με έθαψε κάτω από τη βαριά της πραγματικότητα.
Το υπέροχο φόρεμά μου ξύπνησε τη ματαιοδοξία μέσα μου και για πρώτη φορά πίστεψα πως είμαι ερωτεύσιμη.
Ως τότε ένιωθα πως είμαι πλασμένη για να αγαπώ.
Ξαφνικά πίστεψα πως είμαι πλασμένη για να αγαπιέμαι.
Και έτσι έγινα δυστυχισμένη.
Γιατί όσο αγαπάμε, όλα είναι όμορφα.
Όταν όμως αρχίζουμε να θέλουμε να μας αγαπούν, είναι αλλιώς.
Στο πρώτο πάρτι γεννήθηκε η ζήλια και ο φθόνος. Το ένιωσα σαν δηλητήριο στον αέρα. Το ανέπνεες και ήταν σαν αναισθητικό που σκότωνε το αληθινό όνειρο.
Ο ένας με έσφιγγε πάνω του, ο άλλος έπινε από το ποτήρι μου, ο τρίτος με κοίταζε με ελπιδοφόρα μελαγχολία, ο τέταρτος έκανε τον κωμικό για να με κάνει να γελάσω, ένας άλλος μου κουβαλούσε ποτά σαν να ήταν σκλάβος μου.
Εκείνη η νύχτα με κατέστρεψε και με δημιούργησε ταυτόχρονα.
Ένιωσα πολύτιμη.
Ξύπνησα μέσα στη ζάλη του κόσμου.
Έχασα την παιδικότητά μου για πάντα.
Σε εκείνο το πρώτο πάρτι.

Αγαπημένο πλάσμα… λατρεμένη μου κόρη…αν αυτή τη στιγμή σε πνίξω, ίσως να κάνω το καλύτερο που μπορεί να κάνει μια μάνα για το παιδί της…»

Σηκώνεται. Σκύβει πάνω από το όμορφο κορίτσι. Το χαϊδεύει. Το φιλά.

Το κορίτσι παραμιλά, με βραχνή φωνή:
«Αλέξη… έτσι που με σφίγγεις πάνω σου… θα χάσω τις αισθήσεις μου…»

Η μητέρα παγώνει.

Κάθεται στην καρέκλα.
Βάζει το πρόσωπο στα χέρια της.
Κλαίει.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια