Η μελλοθάνατη


Η νοικοκυρά γέρασε πριν την ώρα της, από απογοητεύσεις.
Γινόταν όλο και πιο παχιά, όλο και πιο κίτρινη,
όλο και πιο απογοητευμένη.

Και μια μέρα έγινε εξήντα χρονών.
Ξαφνικά.
Σε ανύποπτο χρόνο.

Ο μεγάλος της γιος έλεγε:
«Μαμά, ο ύπνος είναι πιο σημαντικός από τις δουλειές του σπιτιού.
Άσε τον χρόνο να εξαγοράσει τις αμαρτίες σου».

Κι εκείνη:
«Στις επτά το πρωί το σπίτι πρέπει να είναι καθαρό.
Από αυτά δεν καταλαβαίνεις εσύ…»

Όχι. Δεν καταλάβαινε.

Η τάξη του σπιτιού
εις βάρος της τάξης της ζωής.

Αυτή η τάξη έγινε ο δήμιός της.
Ο άψυχος κόσμος νίκησε τον έμψυχο.

Και μια νύχτα κρεμάστηκε.

Κάτι -
ένα αόρατο χέρι -
έκοψε το σχοινί την τελευταία στιγμή.

Για να ζήσει ακόμη λίγο.

Για να πεθάνει αργότερα.

Με μάτια γεμάτα τρόμο.

Η κόρη της -
που γινόταν κι εκείνη όλο και πιο παχιά,
όλο και πιο κίτρινη -
είπε πως αγόρασε ένα πιστόλι.

Ο μεγάλος γιος έλεγε:
«Ο Θεός κρατά βιβλίο.
Μετρά την ενέργειά μας
και μας τιμωρεί με αρρώστιες».

«Φιλοσοφία αντί για συμπόνια;» του έλεγαν.
«Είσαι απάνθρωπος».

Ναι. Ήταν.
Δηλαδή -
ένιωθε νωρίς.

Τα απογεύματα έρχονταν οι συγγενείς.
«Καφέ; ελαφρύ; βαρύ; με γάλα; χωρίς;
δοκίμασε την κρέμα… πάρε κι αυτό…»

Και τα βράδια
ήταν εξαντλημένη.

Και μια νύχτα
ήρθε η τελευταία κρίση.

Και πέθανε
η καλή νοικοκυρά.

Η κόρη ούρλιαξε στο λυκόφως:
«Μαμά…»

Το πρωί μαζεύτηκαν όλοι.
Ο μεγάλος γιος φίλησε το χέρι της και ψιθύρισε:
«Για πρώτη φορά κοιμάσαι σωστά…
τώρα θα πάρεις πίσω τις ώρες σου».
Το πρόσωπό της ήταν γαλήνιο.

Το επόμενο πρωί
η κόρη καθάρισε το σπίτι.
Τίναξε.
Σκούπισε.
Σφουγγάρισε.
Έτριψε και το χαλί
με το καλύτερο καθαριστικό.

«Να μπορούσε να με δει η μαμά…», σκεφτηκε


Δημοσίευση σχολίου

1 Σχόλια