
Μετά από τρεις μήνες στην Πρωτεύουσα - ήταν μια ακούραστη εργάτρια - επέστρεψε στη μικρή της πόλη. Και στον άντρα της.
Εκεί έμαθε πως εκείνος είχε χαρίσει το υπέροχο κορμί του σε πολλές γυναίκες.
Δεν είπε τίποτα. Δεν έδειξε τίποτα. Ήταν γλυκιά και τρυφερή, όπως πάντα.
Εννέα μέρες τις έψαχνε. Και τις βρήκε όλες.
Αγόρασε δύο ακριβά πιστόλια.
Και ακριβή.
Πρώτα πήγε στο σπίτι της Πρώτης.
«Χαιρετίσματα από εκείνον…», είπε
και πυροβόλησε τρεις φορές
Σε έναν κήπο κάθονταν η Δεύτερη με την Τρίτη.
«Σε θυμάται…», είπε
και τις σκότωσε.
Η Άλλη, εκείνη της αγοράς, ψώνιζε.
«Έρχεται…», φώναξε
και μπαμ.
Και από εκεί, στην Τελευταία.
«Από εκείνον…», ανακοίνωσε
και μπουμ.
Και γύρισε στον άντρα της.
«Τέρας!» ούρλιαξε
και τον πυροβόλησε στο κεφάλι.
Ύστερα περπατούσε αργά προς το σπίτι εκείνου που κάποτε έπαιξε μαζί της και την πλήγωσε θανάσιμα.
«Κοίταξέ με. Ήσουν η μοίρα μου. Ήσουν δικός μου. Εσύ, μόνο εσύ. Πήρα έναν άντρα που δεν ήταν δικός μου κι έπρεπε να με προδώσει. Το καταλαβαίνεις; Έπρεπε. Εσύ φταις. Εσύ φταις για όλα...»,
έβαλε το πιστόλι στον λαιμό του και τον σκότωσε.
Μετά πήρε τον ανήφορο προς το σπίτι με τις κίτρινες κληματαριές και τα κλειστά λευκά παντζούρια.
Ένας άντρας ήταν στην κουζίνα, με το ένα πόδι στην καρέκλα, και καθάριζε μανταρίνια.
«Πατέρα...»
και έβαλε το πιστόλι στην καρδιά του.








0 Σχόλια