Όταν δεν γίναμε θηρευτές


Στο μπαρ, 3.30.
Σε ένα τραπέζι κάθονται δημόσιοι υπάλληλοι και περιμένουν το πρωί. Είναι μηχανές κολλημένες σε ράγες. Ξοδεύουν λεφτά, μιλούν ασταμάτητα, δίνουν σε όλα υπερβολική σημασία. Είναι μεθυσμένοι.
Σε άλλο τραπέζι κάθονται οι αμαξάδες. Έχουν μια σιωπηλή, εσωστρεφή ωμότητα. Σχεδόν ποτέ δεν μαλώνουν μεταξύ τους. Ξεσπούν στα άλογα. Όλο το πάθος τους ρέει στο ίδιο κανάλι.
Μια κοπέλα με όμορφο, χλωμό πρόσωπο ακουμπά σε ένα τραπέζι. Απέναντί της κάθεται ένας νέος, εξίσου χλωμός.
«Τι έχεις;» τη ρωτά, αγγίζοντας το λευκό της χέρι.
«Φοβάμαι».
«Αυτόν εκεί δεξιά;»
«Ναι. Ζηλεύει. Λέει πως με αγαπά. Νομίζω θα με δείρει αν φύγω. Δεν τολμάω να πάω σπίτι. Δεν χρειάζομαι κάποιον να μ' αγαπά. Χρειάζομαι χρήματα και ωραία φορέματα. Αυτός θα με δείρει από αγάπη».
«Έλα μαζί μου», είπε και σηκώθηκε.
Είχε αδυναμία στους ανθρώπους που λένε την αλήθεια όπως είναι, ωμή, κι ας είναι βίαιη σαν τη φύση την ίδια. Αυτή η φράση τον μάγεψε. Του άρεσαν όσοι μιλούν με τη φωνή του οργανισμού τους. Πρώτα η αλήθεια. Από εκεί, ίσως, να ανθίσει ομορφιά. Ίσως...
«Έτσι είμαι», του είπε. Και αυτό τον γοητεύει και για κάποιον μυστηριώδη λόγο, θυμάται την Κρητιδική περιόδο.
Έτσι έγινε ο ιππότης και προστάτης της. 
Εκείνη τον έπιασε αγκαζέ και κόλλησε πάνω του, από φόβο... και από άλλα.
«Δεν χρειάζομαι κανέναν να μ’ αγαπά», μουρμούρισε.

Ήταν 4.30 το πρωί.
Ο φτωχός πρωινός κόσμος έβγαινε στον ψυχρό αέρα, πουλώντας τη ζεστασιά του κρεβατιού του για λίγες δεκάρες. Από τα αρτοποιεία ξεχύνονταν αρώματα. Η διάθεση δεν ήταν η καλύτερη. Εκείνοι που μπορούσαν να περιμένουν τον ήλιο ήταν αλλιώς.

Την οδήγησε στο σπίτι του.
Μικρό διαμέρισμα, με προσωπικότητα. Μύριζε κυδώνια, που φύλαγε σε μια κούπα. Ήταν καθαρό χωρίς να είναι τακτοποιημένο. Στα παράθυρα κρέμονταν παλιά, κιτρινισμένα στόρια, σαν βελγική δαντέλα. Πάνω από το κρεβάτι, ένα σκίτσο του Μυστικού Δείπνου. Πάνω στο κεφάλι του Ιούδα, κολλημένο ένα παλιό χρυσό νόμισμα, που μάλλον ήθελε να πει, «το νόμισμα χορταίνει τη λαιμαργία του, τον σκεπάζει με ατόφιο χρυσάφι και τον λυτρώνει».
Άναψε τη σόμπα και η ζέστη απλώθηκε σαν βάλσαμο.
Η κοπέλα κάθισε γυμνή δίπλα στη φωτιά κι εκείνος έγραφε στο τετράδιό του.
«Η ντροπή είναι το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που θα μπορούσαμε να είμαστε και σε αυτό που είμαστε. Όταν γίνεσαι η ιδέα σου, δεν έχεις τίποτα να κρύψεις. Η ομορφιά σκοτώνει τη ντροπή. Τι έχεις να κρύψεις όταν εγινες το ιδανικό σου, όταν είσαι η ιδέα που έγινε πράξη; Τίποτα. Κάθεσαι στον παράδεισο, όπως κάποτε και είσαι γυμνός. 'Οταν γίνεις αυτό που θες να είσαι, άσε τα ιμάτια να πέσουν. Νικητή»

«Τι γράφεις;»
Της το διάβασε.
«Από σένα είναι», της είπε. «Εγώ απλώς το αντέγραψα».
«Αγαπώ το σώμα μου», του είπε. «Το φροντίζω. Το σέβομαι. Μου είπαν πως είμαι εγωίστρια, αλλά...»
Στεκόταν γυμνή και χαμογελούσε.
Τη φίλησε.
«Έχεις ανάσα ψημένου αμύγδαλου», της είπε.
Και σκέφτηκε πως αυτή η ανάσα ήταν η αρμονία ολόκληρου του οργανισμού.
Ένιωσε τη χαρά του ορειβάτη στην κορυφή. Τον κατέλαβε η θεϊκή χαρά για το τέλειο. Η αγαλλίαση του ορειβάτη στην ηλιόλουστη κορυφή του βουνού. Πιο ψηλά δεν πάει, γι αυτό η ηρεμία, η ειρήνη, η ευτυχία. Η επιθυμία του θεού που εκπληρώθηκε.
Κοιμήθηκαν σαν αδέρφια.
Όταν ξύπνησε εκείνη, ήταν απόγευμα. Το δωμάτιο μύριζε πευκόξυλο. Στην μπανιέρα την περίμενε ζεστό νερό. Στο τραπέζι τυριά.
Την υπηρετούσε ήσυχα κι εκείνη, η πρωτόγονη, για πρώτη φορά ένιωσε τον άντρα σαν άνθρωπο.

Φεύγοντας, του είπε, «χάρισέ μου το νόμισμα».
Το ξεκόλλησε και της το έδωσε. Από κάτω ήταν ο Ιούδας.
«Ακόμη ένας καταραμένος», του είπε.
«Όχι ακόμη ένας... πάντα ο ίδιος είναι», της απάντησε. «Μέσα μας».

«Adieu»

«Adieu»

Αργότερα κρέμασε πάλι τον πίνακα στη θέση του. 
Ο Ιούδας στεκόταν χλωμός στο φως της αυγής.


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια