Πρωινές υπηρεσίες



Η ζωή είναι τόσο μικρή
και οι άνθρωποι δεν μπορούν να φτιάξουν ούτε έναν μικρό, φευγαλέο παράδεισο για τον εαυτό τους.

Κοιμήθηκες καλά,
αλλά σκέφτεσαι τους χιλιάδες ανθρώπους που έρπουν νυσταγμένοι προς τη δουλειά τους.

Η φθινοπωρινή μέρα ξυπνάει πάνω στις παλιές στέγες.

Ασφαλώς, δεν βλέπεις πικροδάφνες, κυκλάμινα, γιασεμιά
και άλλους ευγενείς εκπροσώπους της φθινοπωρινής βοτανικής -
όμως το φθινόπωρο ξυπνάει και χωρίς βοτανική πάνω στις καφετιές στέγες.

Κάτω περιμένει ένας εργάτης που πρέπει να συντηρήσει οικογένεια -
και τη δεκαεξάχρονη, μονίμως χλωμή κόρη του.

Του δίνεις μια δουλειά για δεκαπέντε φράγκα και τρέχει φτερωτός.
Επιστρέφει και του δίνεις άλλα δεκαπέντε - ίσως για τη χλωμή κόρη του.

Συναντάς έναν γνωστό στο πρωινό φως
και του λες, χωρίς κολακείες, ότι δείχνει φρέσκος σαν να κέρδισε τον πρώτο λαχνό.

Χαχανίζει και σου λέει πως γάμησε την Πόπη, κλείνοντας το μάτι.

Και συ συνεχίζεις τον περίπατό σου ευγνωμονώντας τον Θεό
που δεν γάμησες κι εσύ την Πόπη.

Κάποιος ρωτά: «Παρακαλώ, μπορείτε να μου πείτε πού ‒ ‒ ‒ ;»

Ναι.
Μπορώ να σου πω πού.

Και πάλι μια μικρή υπηρεσία προς την ανθρωπότητα.


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια