
«Το ψάρεμα πρέπει να ’ναι πολύ βαρετό», είπε μια ευγενική γυναίκα, που καταλάβαινε τόσα όσα καταλαβαίνουν όλες οι ευγενικές γυναίκες.
«Αν ήταν βαρετό, δεν θα το ’κανα», είπε το μικρό κορίτσι με τα σγουρά μαλλιά και τα πόδια γαζέλας, και με την ατάραχη σοβαρότητα του ψαρά έβγαλε το ψάρι απ’ το αγκίστρι και το χτύπησε με δύναμη πάνω σε μια πέτρα.
Το νερό ξάπλωνε λουσμένο στο φως και τρεμόπαιζε. Ο αέρας μύριζε λιβάδι και σήψη, και από το ξενοδοχείο έφταναν ήχοι πιρουνιών και πιάτων.
Το ψάρι χόρεψε έναν σύντομο, πρωτόγονο χορό - σαν αυτούς που χορεύουν οι φυλές των πρώτων ανθρώπων - και πέθανε.
Το κορίτσι συνέχισε να ψαρεύει με την ατάραχη σοβαρότητα του ψαρά.
«Δεν θα επέτρεπα ποτέ στην κόρη μου να κάνει κάτι τόσο βάρβαρο», είπε μια άλλη καλή κυρία που καθόταν κοντά και καταλάβαινε κι εκείνη τόσα όσα καταλαβαίνουν όλες οι καλές κυρίες.
Το κορίτσι έβγαλε το ψάρι απ’ το αγκίστρι και το πέταξε με δύναμη στο έδαφος, κοντά στα πόδια της.
Το ψάρι πήδηξε μία φορά και έπεσε νεκρό. Δεν χόρεψε καν - έφυγε χωρίς πολλά.
«Το καημένο το ψαράκι», είπε η καλή κυρία.
Στο πρόσωπο του βάρβαρου παιδιού υπήρχε μια βαθιά ομορφιά και μια μέλλουσα ψυχή.
Το πρόσωπο της καλής κυρίας ήταν ταλαιπωρημένο και χλωμό - σαν να είχε από καιρό πάψει να δίνει χαρά, φως και ζεστασιά. Γι’ αυτό ένιωθε με τα ψάρια.
Κι όμως, να το. Πηδάει μια φορά και πέφτει νεκρό. Ένας απλός θάνατος.
Το κορίτσι συνεχίζει να ψαρεύει με την ατάραχη σοβαρότητα του ψαρά.
Είναι πανέμορφο, με μεγάλα επίμονα μάτια, σγουρά μαλλιά και πόδια γαζέλας.
Ίσως κάποτε να λυπηθεί κι αυτό το ψάρι και να πει, «δεν θα επιτρέψω ποτέ στην κόρη μου να κάνει κάτι τόσο βάρβαρο».
Αλλά αυτές οι τρυφερές κινήσεις ψυχής φυτρώνουν μόνο στον τάφο νεκρών ονείρων.
Γι’ αυτό ψάρευε, κορίτσι.
Ψάρευε όσο ακόμα μπορείς.







0 Σχόλια