Ο θείος Φραντς, που έχει πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια, ήταν κάποτε πολύ όμορφος - ιδιαιτέρως όμορφος ακόμη και για τα σημερινά γούστα.
Λεπτός, πολύ ψηλός, γεροδεμένος, με ωραία γαμψή μύτη.
Και είχε μια ερωτική σχέση με την πανέμορφη μοδίστρα της μητέρας του - δηλαδή της προπροπρογιαγιάς μου.

Μια μέρα ο θείος αγόρασε ένα μικρό σπίτι με αυλή στο κέντρο της πόλης
και κάλεσε τη Χάννα, τη μοδίστρα της μητέρας του, να μείνει μαζί του.
Εκείνη ήρθε
και αμέσως άρχισε να καλλιεργεί τριαντάφυλλα.
Σήκωσε έναν ολόκληρο τριανταφυλλένιο πολιτισμό στον κήπο
και ήταν χαρούμενη που τα τρυφερά της χέρια δεν υπέφεραν πια από το ράψιμο.
Τα περιποιόταν μάλιστα με γλυκερίνη μελιού - ως αποζημίωση για όλα εκείνα τα χρόνια ταλαιπωρίας.

Τα τριανταφυλλένια παιδιά της τα βάπτισε «Χάννα».

Μια μέρα η οικογένεια του ψηλού, λεπτού, γεροδεμένου θείου με την ωραία μύτη
αποφάσισε πως εκείνος έπρεπε επιτέλους να βρει και να παντρευτεί μια καλή «παρτίδα».
«Oui», είπε εκείνος, «à la bonheur! Αλλά με τη Χάννα τι θα γίνει;»

Πάντρεψαν, λοιπόν, τη Χάννα με έναν άντρα που την λάτρευε από παιδί,
αλλά που του έλειπε ο «nervus eretheticus» για να την κάνει - παρντόν -
για να κάνει τον εαυτό του ευτυχισμένο.
Η Χάννα ήταν σύμφωνη με όλα,
διότι είναι καλύτερα να συμφωνείς όταν το να μη συμφωνείς δεν ωφελεί.

Μετά παντρεύτηκε και ο θείος μου
και πρόσθεσε ακόμη έναν όροφο στο σπίτι της πόλης.
Έπειτα προσέλαβε και κηπουρό,
αφού η «καλή παρτίδα» του δεν είχε σκοπό να λερώσει τα χέρια της.
Ο κηπουρός φρόντιζε τον κήπο της Χάννας μέχρι τον θάνατό του.

«Δεν μου λες, ποια ήταν αυτή η Χάννα;»
ρώτησε μια μέρα η θεία μου τον όμορφο θείο μου με την ωραία μύτη.
«Η Χάννα ήταν η Χάννα», είπε ο θείος μου
και κοίταξε τα ωραία τριαντάφυλλα με αδιαφορία.

Ποιον ρόλο έπαιζε πλέον η Χάννα στη ζωή του; Τίποτα.

Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε που πέθανε ο θείος Φραντς.
Πέθανε και η γυναίκα του, πέθαναν και τα παιδιά του.
Έσβησαν όλοι, χάθηκαν. Δεν θυμάμαι καν τα ονόματά τους.

Όμως αθάνατα, στα πανέμορφα παρτέρια,
έμειναν τα τριαντάφυλλα της Χάννας.»