
Από τη Χρυσάνθη πιο πολύ θυμάμαι τα ζεστά, φιλόξενα βυζιά της.
Διότι δύο ήταν τα στρώματα πάνω στα οποία κοιμόμουν όταν ήμουν μικρή, η κοιλιά του μπαμπά μου και τα μεμέ της Χρυσάνθης.
Η μαμά μου ήταν μινιόν. Δεν έκανε για στρώμα.
Η Χρυσάνθη τα ήξερε όλα.
Από το πώς πλένεις σωστά τα αυτιά σου για να μη «φυτρώσουν μανιτάρια», ως το πώς διαβάζεις τους Γερμανούς φιλοσόφους χωρίς να κάνουν το μυαλό σου πίτουρο. «Πάνω που πήγαμε να δούμε φως, ήρθαν αυτοί και μας ρίξανε στα σκοτάδια».
Και, κυρίως, ήξερε να ανάβει σωστά τη λάμπα της προγιαγιάς.
Μυσταγωγία, τις χειμωνιάτικες βραδιές της μελέτης, ήταν το άναμμα εκείνης της λάμπας.
Έξω από το παράθυρο τα σπίτια, θολά και γκρίζα, σαν κόσμοι μακρινοί.
Μέσα από το παράθυρο τα βιβλία, ανοιχτά κάτω από το ηλεκτρικό φως.
Και κάποιες φορές ερχόταν η Χρυσάνθη για να ανάψουμε τη λάμπα.
«Άστην κάτω… θέλει τέχνη το άναμμα της λάμπας…
εσύ το ’χεις για μόδα…
θα ντουμανιάσεις το σπίτι…
θα σε χαλάσει το ηλεκτρικό φως;
δεν το κόβουν έτσι το φυτίλι…
πού είναι το άλλο ψαλίδι;
μην την πειράζεις είπα!»
Πρώτα βγάζει τον γυάλινο κύλινδρο.
Ύστερα κόβει σωστά το φυτίλι και γυρίζει λιγάκι τη βίδα από ορείχαλκο για να «ξεμυτίσει».
Τοποθετεί δύο λεπτά, σαν κλωστή, ξυλαράκια σταυρωτά πάνω στο φυτίλι, εμποτισμένα με κάτι που δεν θυμάμαι -παλιά τεχνολογία- και ανάβει τις άκρες τους.
Πότε ανάβει το φυτίλι με την πρώτη, πότε όχι.
Άναψε.
Η Χρυσάνθη τοποθετεί προσεκτικά τον γυάλινο κύλινδρο και γυρίζει λίγο τη βίδα πέρα δώθε, για να μη καπνίζει.
Πάνω στη βίδα είναι σκαλισμένα τα φτερά του Ερμή.
Και η λάμπα, επιτέλους, καίει και σκορπά εκείνο το μυστηριώδες, απόκοσμο φως — κίτρινο σαν κρόκο αυγού.
Τώρα καθόμαστε -εγώ εδώ, εκείνη εκεί- και ξεκινώ την εισαγωγή της έκθεσης.
Ο χαρακτήρας του Παπαφλέσσα.
«Αν αφήσουμε τους ήρωες παλαιών καιρών να παρελάσουν μπροστά από το πνευματικό μας μάτι…»
- Χρυσάνθη, το φυτίλι καπνίζει στην αριστερή μεριά.
- Το μάτι σου καπνίζει. Το φυτίλι το έκοψα σωστά, αλφάδι είναι
«…στο ζενίθ του ηρωισμού του, ο Παπαφλέσσας εκπροσώπησε τον ρομαντισμό όσο κανένας άλλος ζωντανός-θνητός ήρωας
“όλα ή τίποτα”,
“άσπρο ή μαύρο”,
“ελευθερία ή θάνατος”…»
Η λάμπα καίει με εκείνο το μυστηριώδες, απόκοσμο φως.
Το φυτίλι καπνίζει λιγάκι στα αριστερά και το γυαλί μαυρίζει σιγά σιγά...
Από το πώς πλένεις σωστά τα αυτιά σου για να μη «φυτρώσουν μανιτάρια», ως το πώς διαβάζεις τους Γερμανούς φιλοσόφους χωρίς να κάνουν το μυαλό σου πίτουρο. «Πάνω που πήγαμε να δούμε φως, ήρθαν αυτοί και μας ρίξανε στα σκοτάδια».
Και, κυρίως, ήξερε να ανάβει σωστά τη λάμπα της προγιαγιάς.
Μυσταγωγία, τις χειμωνιάτικες βραδιές της μελέτης, ήταν το άναμμα εκείνης της λάμπας.
Έξω από το παράθυρο τα σπίτια, θολά και γκρίζα, σαν κόσμοι μακρινοί.
Μέσα από το παράθυρο τα βιβλία, ανοιχτά κάτω από το ηλεκτρικό φως.
Και κάποιες φορές ερχόταν η Χρυσάνθη για να ανάψουμε τη λάμπα.
«Άστην κάτω… θέλει τέχνη το άναμμα της λάμπας…
εσύ το ’χεις για μόδα…
θα ντουμανιάσεις το σπίτι…
θα σε χαλάσει το ηλεκτρικό φως;
δεν το κόβουν έτσι το φυτίλι…
πού είναι το άλλο ψαλίδι;
μην την πειράζεις είπα!»
Πρώτα βγάζει τον γυάλινο κύλινδρο.
Ύστερα κόβει σωστά το φυτίλι και γυρίζει λιγάκι τη βίδα από ορείχαλκο για να «ξεμυτίσει».
Τοποθετεί δύο λεπτά, σαν κλωστή, ξυλαράκια σταυρωτά πάνω στο φυτίλι, εμποτισμένα με κάτι που δεν θυμάμαι -παλιά τεχνολογία- και ανάβει τις άκρες τους.
Πότε ανάβει το φυτίλι με την πρώτη, πότε όχι.
Άναψε.
Η Χρυσάνθη τοποθετεί προσεκτικά τον γυάλινο κύλινδρο και γυρίζει λίγο τη βίδα πέρα δώθε, για να μη καπνίζει.
Πάνω στη βίδα είναι σκαλισμένα τα φτερά του Ερμή.
Και η λάμπα, επιτέλους, καίει και σκορπά εκείνο το μυστηριώδες, απόκοσμο φως — κίτρινο σαν κρόκο αυγού.
Τώρα καθόμαστε -εγώ εδώ, εκείνη εκεί- και ξεκινώ την εισαγωγή της έκθεσης.
Ο χαρακτήρας του Παπαφλέσσα.
«Αν αφήσουμε τους ήρωες παλαιών καιρών να παρελάσουν μπροστά από το πνευματικό μας μάτι…»
- Χρυσάνθη, το φυτίλι καπνίζει στην αριστερή μεριά.
- Το μάτι σου καπνίζει. Το φυτίλι το έκοψα σωστά, αλφάδι είναι
«…στο ζενίθ του ηρωισμού του, ο Παπαφλέσσας εκπροσώπησε τον ρομαντισμό όσο κανένας άλλος ζωντανός-θνητός ήρωας
“όλα ή τίποτα”,
“άσπρο ή μαύρο”,
“ελευθερία ή θάνατος”…»
Η λάμπα καίει με εκείνο το μυστηριώδες, απόκοσμο φως.
Το φυτίλι καπνίζει λιγάκι στα αριστερά και το γυαλί μαυρίζει σιγά σιγά...







0 Σχόλια